καθαρίζω


καθαρίζω
[катаризо] р. чистить,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "καθαρίζω" в других словарях:

  • καθαρίζω — cleanse pres subj act 1st sg καθαρίζω cleanse pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθαρίζω — καθαρίζω, καθάρισα βλ. πίν. 33 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • καθαρίζω — (AM καθαρίζω) [καθαρός] 1. κάνω κάτι καθαρό, απαλλάσσω κάτι από τον ρύπο, από τη βρομιά, παστρεύω, σκουπίζω («καθαρίζω το σπίτι») 2. απαλλάσσω έναν τόπο από ξένον ή παρείσακτο 3. εξαγνίζω («και ἀπὸ πάσης ἁμαρτίας καθάρισον καρδίαν», ΠΔ) νεοελλ. 1 …   Dictionary of Greek

  • καθαρίζω — καθάρισα, καθαρίστηκα, καθαρισμένος 1. αφαιρώ ρύπους ή κηλίδες, κάνω κάτι καθαρό, παστρεύω, πλύνω: Καθάρισα τα πιάτα. 2. απαλλάσσω κάτι από άχρηστες ή επιβλαβείς ουσίες: Καθάρισα το στάρι απ την ήρα. 3. σαρώνω, σκουπίζω: Καθάρισα την αυλή. 4.… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καθαρίζετε — καθαρίζω cleanse pres imperat act 2nd pl καθαρίζω cleanse pres ind act 2nd pl καθαρίζω cleanse imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθαρίσουσι — καθαρίζω cleanse aor subj act 3rd pl (epic) καθαρίζω cleanse fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) καθαρίζω cleanse fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθαρίσω — καθαρίζω cleanse aor subj act 1st sg καθαρίζω cleanse fut ind act 1st sg καθαρίζω cleanse aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξεπανίζω — καθαρίζω έναν χώρο από τις αράχνες. [ΕΤΥΜΟΛ. < επιτ. ξ(ε) * + πανίζω «καθαρίζω» (< πανί)] …   Dictionary of Greek

  • καθαριεῖ — καθαρίζω cleanse fut ind mid 2nd sg (attic epic doric ionic) καθαρίζω cleanse fut ind act 3rd sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθαριζομένων — καθαρίζω cleanse pres part mp fem gen pl καθαρίζω cleanse pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)